Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Μια ταινία για παιδιά (Κωμικό διήγημα)


Διαδραματίζεται στην εποχή που ακόμα τα περισσότερα video club πουλούσαν, και πουλούσαν καλά. Από περιπέτειες και οικογενειακά, μέχρι τσόντες. Δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή του «κατεβάζω τσάμπα από το Ιντερνέτ» ή του «έχω Νetflix, να βλέπω τις ταινίες και τις σειρές που θέλω».

Ο Τάκης κόντευε να φτάσει σπίτι του όταν έπεσε πάνω στον Μιχάλη. Παλιός του συμμαθητής ο Μιχάλης, έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Ο Τάκης ήταν μεγάλο πειραχτήρι, ο καλόκαρδος και απονήρευτος Μιχάλης ήταν στόχος του από τότε που πήγαιναν σχολείο.

«Γεια σου, Μιχαλάκη, τι κάνεις; Βιαστικό σε βλέπω...»

«Γεια σου, Τάκη. Καλά είμαι.... Να ο γιός μου, θέλει μια δυο βιντεοταινίες και λέω να πεταχτώ μέχρι το βίντεο κλαμπ. Δε τρώει το άτιμο αν δε δει παραμύθι...»

«Από τα πέντε του σας έστρωσε βλέπω... Μπράβο ο Γιαννάκης... Και γιατί δεν πας στο καινούργιο βίντεο κλαμπ που άνοιξε πιο κάτω; Μόλις στρίψεις στην άλλη γωνία... Στο 53, στον δεύτερο όροφο... Δεν έχει ανοίξει ακόμα επίσημα, οπότε μη περιμένεις ταμπέλες και τέτοια... Φίλος μου το έχει... Ο Σάκης... Θα του πεις ότι έρχεσαι από εμένα... Ειδικεύεται στις παιδικές ταινίες, ό,τι κυκλοφορήσει την άλλη μέρα το έχει... Θα σου κάνει και καλή τιμή...»

«Κοίτα Τάκη... ο γιος μου... δεν του παίρνουμε πολύ αυτά τα μοντέρνα τα παιδικά. Όλο τέρατα κι υπεράνθρωπους θέλει... Προτιμούμε να του αγοράζουμε τα κλασικά παραμύθια, σαν αυτά που βλέπαμε εμείς... Βλέπει και τα άλλα, τα ακούει από παιδιά της ηλικίας του και μας τα ζητά. Αλλά όσο μπορούμε να του δίνουμε κλασικά...»

«Σε καταλαβαίνω, βρε Μιχάλη. Με τι μεγαλώσαμε όλοι; Αυτός ο Σάκης που σου λέω, έχει πολλά σαν αυτά που λες... ένας λόγος παραπάνω να πας εκεί...»

«Έτσι ε; Να πάω τότε... Σάκη τον είπες έτσι;»

«Ναι! Μόλις βγεις από το ασανσέρ, φάτσα απέναντι. Χτύπα το κουδούνι, «Σάκης» λέει... Και να πεις ότι είσαι από εμένα. Μη το ξεχάσεις... Πες του με τρόπο ότι θέλεις τις σπέσιαλ ταινίες, τις καινούργιες... Κλείσε του το μάτι για να καταλάβει... Μη σου δώσει τίποτα παλιές, κακογραμμένες που δε βλέπονται... Να ευχαριστηθεί το παιδί...»

«Τάκη μου, με σώζεις... Μόλις στρίψω στην άλλη γωνία, στο 53, δεύτερος όροφος... Τρέχω... Σ’ ευχαριστώ!»

Ο Μιχάλης απομακρύνεται βιαστικά. Ο Τάκης τον κοιτά χαμογελώντας σαρδόνια και τρίβει τα χέρια του.

Ο Μιχάλης βρήκε εύκολα το βίντεο κλαμπ που του είπε ο γείτονας του. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη έτσι μπήκε μέσα.

«Καλημέρα σας... είστε ο κύριος Σάκης, έτσι;»

«Ναι...»

«Ξέρετε, με έστειλε ο Τάκης... Μου είπε ότι έχετε από τις σπέσιαλ ταινίες, τις καινούργιες...» Λέγοντας αυτά του έκλεισε το μάτι με νόημα και κοίταξε γύρω του. Είδε ένα δωμάτιο με ένα μεγάλο ξύλινο γκισέ, 2 καρέκλες δίπλα σε ένα τραπεζάκι και δυο πόρτες κλειστές.

«Σ’ έστειλε ο Τάκης, ε;» είπε ο Σάκης πηγαίνοντας πίσω από το γκισέ «καλός πελάτης... Λοιπόν, από όλα έχω... Ποια θέλεις;»

«Nα αυτή με τους επτά νάνους...»

«Με επτά νάνους; Με νάνους έχω μερικές... αλλά με επτά μαζί... δεν μου θυμίζει τίποτα... για πες μου λίγο την υπόθεση...»

«Να είναι αυτή, στο παλάτι... που πάνε να την φάνε και γλυτώνει... και πάει με εφτά νάνους....»

«Πάει και με τους εφτά; Τι λες, ρε φίλε, και έλεγα πως τα έχω δει όλα... Αλλά θα μου πεις, όπως τη βρίσκει ο καθένας... Μου λες και για παλάτια... και ότι πάνε να την φάνε... θα ‘χει και υποθεσούλα έτσι; και ακριβά σκηνικά... Πώς μου ξέφυγε... Πώς είπες πως την έλεγαν την τύπισσα;»

«Δε θυμάμαι καλά, κάτι με χιόνι ήταν...»

«Με χιόνι...» κοίταξε λίγο τις ταινίες που ήταν πίσω από το γκισέ, σε ράφια, χωρίς να φαίνονται από τον Μιχάλη.

«Ρε μπα και θες το "Μπρούμυτα στο χιόνι"; Φοβερή ταινία... αλλά δεν έχει παλάτια, ούτε νάνους...»

«Δεν έχει ε;» είπε ο Μιχάλης απογοητευμένος.

«Όχι αυτή δεν έχει... Και εσύ είσαι και μυστήριος, δε σου φτάνει να’ χει ένα νάνο, θέλεις εφτά...»

«Ναι, οπωσδήποτε! (προσπαθεί να του εξηγήσει). Είναι αυτή με τους εφτά νάνους... Είχε και μια μητριά που την είχε στριμώξει άγρια...»

«A, την είχε στριμώξει και η μητριά... παίζουν και τέτοιες καταστάσεις...» (ξανακοιτά προς τις αθέατες ταινίες).

«Καλά με τέτοιες φάσεις έχω μπόλικες... Αλλά οι νάνοι με μπερδεύουν... Άκου με εφτά... Δε μου λες... με το "Δυο νάνοι και εγώ" δεν βολεύεσαι; με παραπάνω νάνους δεν έχω...»

«Ε, αφού είναι με εφτά... Παζάρια με τους νάνους θα κάνουμε; Τέλος πάντων, δώσε μου την άλλη, αυτή με τον γάτο...»

«Με το γάτο; Πάλι με μπερδεύεις... Μπας και λες για τις "τρυφερές γατούλες"; Φοβερή ταινία... (κοιτά προς τις ταινίες). Α ναι, έχω και το 
"Να πώς έσκισα την γάτα..."Ελληνικό, λίγο παλιό αλλά κλασικό στο είδος του...»

«Όχι, με γάτο είναι... Με ένα γάτο που φορούσε μπότες...»

«Γάτος με μπότες; Κοίτα προχωρημενιές... Να δω εκεί που έχω μπότες και μαστίγια, αλλά με γάτο... Δε νομίζω... Για να δω... Μπα... το "Πάτησέ με, με την μπότα σου" σου κάνει ;» ρώτησε κοιτώντας τον Μιχάλη με ελπίδα.

«Παίζει γάτος;»

«’Οχι, ρε φίλε, μια Γερμανίδα δίμετρη παίζει, δε σου κάνει; Φοράει και μπότες!»

«Δεν θέλω Γερμανίδα με μπότες! Γάτο με μπότες θέλω».

«Δεν έχω!» είπε ο Σάκης εκνευρισμένος. «Άλλο!»

«Κάτι σε κλασσικό... αυτό με την κοπέλα στο δάσος; Που φορούσε κόκκινα...»

«Τώρα είσαι σωστός!» είπε με αναπτερωμένο ηθικό ο Σάκης. «Με κόκκινα εσώρουχα ένα σωρό! Είπα και εγώ... Με φάση στο δάσος... θα βρω, δε μπορεί. Το "φόρα κόκκινα κι έρχομαι" το έχω δώσει. Μισό να ψάξω, πρέπει να έχω κι άλλα...» ...

«Μην ψάχνεις ακόμα! Δε μίλησα για κόκκινα εσώρουχα, για όνομα! Κόκκινη κουκούλα φόραγε!»

«Κόκκινη κουκούλα; Αυτοί με τις κουκούλες πλακώνονται με τα ΜΑΤ στις πορείες, αν και για κόκκινες κουκούλες δεν έχω ακούσει να πω την αλήθεια... Τι δουλειά έχουν στο δάσος; Κόκκινες κουκούλες, δάσος... Βρε μπας και είναι σατανιστές; Ή μήπως βαμπίρ; Έχω το "δαγκωνιά στο μπούτι"... Δεν προλαβαίνω να την δίνω...»

«Δε θέλω τέτοια. Θέλω με μία κοπέλα στο δάσος που φορούσε κόκκινη κουκούλα και συνάντησε ένα λύκο πηγαίνοντας στη γιαγιά της. Και πάει ο λύκος στη γιαγιά της, πριν την κοπέλα. Όταν έρχεται η κοπέλα τον βρίσκει στο κρεβάτι... Να σου πω όλη την ιστορία;»

«Δε χρειάζεται... δεν έχω τέτοιο πράμα... Λύκος με γιαγιά... Κοίτα, ρε, βίτσια που έχει ο κόσμος... Και έλεγα ότι τα έχω δει όλα... Δε μου λες...» συνέχισε λίγο εκνευρισμένος «έχω με σκύλους, ενδιαφέρεσαι;»

«Α όχι. Τα "101 σκυλιά” τα έχει δει!»

«Τα 101 σκυλιά...» επανέλαβε ο Σάκης αγριεμένος... «Υπάρχει ταινία με 101 σκυλιά... και την έχει δει...» επανέλαβε βγάζοντας μία μαγκούρα από το γκισέ. «Ποιοοοός την έχει δει;»

«O γιός μου! Κάτι με σκυλιά από τη Δαλματία είναι. Μα τι κάνετε...»

«Αααα μάλιστα.... Ταινία με 101 σκυλιά και μάλιστα ράτσας! Και την έχει δει ο γιος σου....» είπε ο Σάκης βγαίνοντας από τον γκισέ απειλητικά κραδαίνοντας την μαγκούρα. «Τώρα τα ρίχνουμε και στα παιδιά.... Έξω ρε! Έξω, που θα κάνεις πλάκα εσύ σε μένα...»

«Μα τι λέτε;» είπε ο Μιχάλης οπισθοχωρώντας προς την πόρτα. «Tι πάθατε;»

«Φύγε ρε. Φύγε ρε που θα μου πεις ότι υπάρχει ταινία με 101 σκυλιά.... Και ότι τη έχει δει ο γιός σου! Εγώ, ρε, έχω δει όχι μόνο ό,τι τσόντα έχει γυριστεί, αλλά και αυτές που σκέφτονται να γυρίσουνε! Φύγε μη σε στείλω αδιάβαστο. Έξω είπα ! Ανώμαλε !»

ΤΕΛΟΣ

Για επιστροφή στο μενού διηγημάτων από βιβλία πατείστε εδώ

Για επιστροφή στο βασικό μενού πατείστε εδώ

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

Μια νύχτα στην άμμο (συναισθηματικό διήγημα)


Έφτασα στο σπίτι σου βραδιάτικα... Ψαράδικο χωριό, αγκάλιαζε τον μικρό κόλπο μερικά βήματα πιο κάτω. Το είχες σκάσει για κάποιες μικρές φθινοπωρινές διακοπές από αυτές που χαρίζουν τα Σαββατοκύριακα που αρχίζουν από το μεσημέρι της Παρασκευής. Εγώ πάλι, άδραξα κάποια χαμόγελα της τύχης, δραπέτευσα από το καθημερινό σκηνικό και τα κατάφερα να σε πάρω στο κατόπι μια μέρα αργότερα, μια μέρα όλο λαχτάρα και πεθυμιές.
Είχες έρθει μόνη, άγνωστη ανάμεσα σε άγνωστους να γεμίσεις μπαταρίες, να γεμίσουν τα μάτια σου θάλασσα, να ανασάνεις γαλήνη, να καθαρίσεις λίγο από τις έγνοιες και τη βρώμα της πόλης.
Οι γείτονες ή βλέπουν τηλεόραση ή έχουν πέσει για ύπνο. Με αμμοχάλικο οι δρόμοι, τα βήματα μου χάνονται στους θορύβους της νύχτας, ένα σκυλί μονάχα με αλυχτά, θα μύρισε τη λαχτάρα μου να σε ανταμώσω.
Ακούς τον σιγανό χτύπο στην πόρτα και σε μισό λεπτό -από εκείνα που πουλάνε το χρόνο τους στο άπειρο για να μας βασανίζουν- ανοίγεις.
Παραφύλαγες; Μ' ένιωσες; Έκτη αίσθηση θα το πουν μερικοί αποξηραμένοι, αδιάφοροι για το πως χτυπά μια καρδιά.
Η ματιά μου κατρακυλά πάνω σου σαν καταρράκτης από θαυμασμό. Ήξερες ότι θα έρθω και όλα πάνω σου τιμούν το πόσο μου αρέσεις, πόσο σε θέλω.
Τα μαύρα σου μαλλιά χύνονται ελεύθερα στη πλάτη σου, οι ώμοι σου δεν τα σταματούν, περνάνε λίγο και στην πλάτη. Αφημένα στις μικρές τους ατέλειες ενός πρόχειρου χτενίσματος της τελευταίας στιγμής, με το ασήμι του φεγγαριού πίσω μου να παίζει ήδη κρυφτό μαζί τους.
Ένας ασημένιος κρίκος, από αυτούς τους μεγάλους, κρέμεται στο κάθε σου αυτί στολίζοντας τα "σ' αγαπώ" που τόσες φορές σου έχω ψιθυρίσει φιλώντας τα. Κάθε φορά που τους βλέπω υποφέρω που δεν στους αγόρασα εγώ. Σου πάνε τόσο... ότι σου πάει το θέλω να είναι από μένα...
Τα μάτια σου... σκούρες λίμνες απύθμενες... Του ώριμου κάστανου η σκούρα φλούδα σε τέλειο μείξη με το μαύρο σάλι ανάστερης νύχτας. Όπως στέκεσαι στην πόρτα και με κοιτάς βουτάω μέσα τους, χάνομαι στα βάθη τους, ξαναγεννιέμαι... Η ματιά σου πάνω μου, μία μονάχα ήταν αρκετή, ο χρόνος σταμάτησε, τα ρολόγια μέσα μου πάνε πίσω, λυγερό παλληκάρι στέκομαι μπρος σου, νιος που λαχταρά να σε σφίξει στην αγκαλιά του.
Δε φοράς κραγιόν, δε χρειάζεται. Μπορεί πάλι να είναι τόσο διακριτικό που να μη το καταλαβαίνω; Στα χείλια σου εστιάζομαι για πολλές στιγμές, κρατιέμαι δύσκολα να μην τα κουρσέψω αμέσως εκεί, στην μισάνοιχτη πόρτα.
Τα χείλια σου... τά 'χω φιλήσει τρυφερά, τά 'χω δαγκώσει με πάθους λύσσα, τά 'χει ανοίξει η γλώσσα μου ψάχνοντας τη δικιά σου για να χορέψουν εκείνο το χορό που μας τρελαίνει, έχω κλείσει το κάθε ένα τους απαλά ανάμεσα στα δικά μου...
Τα χείλια σου... ένας από τους χίλιους λόγους που κίνησα να σε βρω...
Οι κόκκινες πέτρες ξεκινούν από την κοκκινόχρυση αλυσίδα που τις στηρίζει γύρω από το λαιμό σου, το κούμπωμα στο σβέρκο από πίσω δε φαίνεται, εκεί σε δαγκώνω μερικές φορές όταν σε έχω δικιά μου. Μεγάλες και μικρές πέτρες, σε κάθε σχήμα, κόκκινες οι περισσότερες, με λίγες διάφανες χάντρες να τους προσθέτουν χάρη.
Φλερτάρουν ξεδιάντροπα οι πέτρες με τα στήθια σου όπως πέφτουν στο ξώπλατο μαύρο μπλουζάκι που φοράς. Τα σκλήρυνε κιόλας κάποια πεθυμιά; τα λαχτάρησα τόσο!

Πώς κρατιέμαι και δεν τα παίρνω στις φούχτες μου, εκεί στην μισάνοιχτη πόρτα. Θέλω τόσο να σκύψω, να τα ελευθερώσω, να βυθιστώ σε αυτούς τους υπέροχους δίδυμους λόφους, να τρυγήσω τις σάρκινες κορφές τους. Δύσκολα κρατιέμαι!
Το εμπριμέ σου φουστάνι, κόσμημα σε ένα λυγερό κορμί… Δεν προλαβαίνω όμως να αποτελειώσει το βλέμμα μου την πλανεύτρα ξενάγηση, να αφεθεί στο θέαμα προσφορά που δε χορταίνω...
Μου πιάνεις το χέρι... Γίνεσαι όλη ένα βλέμμα υπόσχεση, ένα βλέμμα λατρεία, ένα βλέμμα βλέμμα ΣΟΥ, που καρφώνεται στα μάτια μου...
Κλειδώνεις στα μάτια μου, κλειδώνω στα μάτια σου, ριγούμε και οι δυο, το νιώθω.
Δε μιλάς... με τραβάς απαλά προς τα μέσα... ακόμα και της πόρτας τη λαχτάρα να κλείσει πίσω μας θαρρώ πως νοιώθω...
Τα μάτια σου με καλούν μέσα, το σώμα σου κυματίζει ανεπαίσθητα σε μία πρόσκληση που την ξέρω καλά.
Σε έχω μάθει πια… Όταν έχεις φιλήσει, όταν έχεις χαϊδέψει, όταν έχεις πάρει αυτό το κορμί χιλιοστό χιλιοστό προσκυνώντας κάθε του τρέμουλο, όταν το έχεις διεκδικήσει και το έχεις κερδίσει πόντο πόντο, όταν το έχεις ποτίσει με του πάθους τους χυμούς, όταν του κορμιού σου το άρωμα έχει σφραγίσει κάθε του πόρο... ε, τότε έχεις μάθει την γλώσσα του, αποκωδικοποιείς κάθε του σήμα...
Σου γελώ... Θέλω να με εμπιστευθείς, να αφεθείς σε μένα. Η πόρτα μισάνοιχτη μας κοιτά απορημένη, σε δυο τρεις αιωνιότητες μόνο όλα αυτά. Βλέπω την απορία στο βλέμμα σου, δε θα μπω μέσα, τώρα το έχεις καταλάβει...
Τα χείλη μας τα νοιώθω παραπονεμένα... Δεν έσμιξαν εκεί στην πόρτα, δεν κρατάνε πρώτους ρόλους στο σκηνικό που στήνω. Θα απορούν και αυτά αλλά δεν πειράζει, αυτή τη στιγμή άλλα έχω στο μυαλό μου. Όχι, δε θα σε κάνω βορά στις γειτόνισσες που μπορεί να μας βλέπουν πίσω από κάποια γρίλια. Δε θα τους δώσουμε εμείς το θέμα του αυριανού κουτσομπολιού... Εξ' άλλου το ότι είμαστε και οι δυό αναγνωρίσιμοι είναι το αίμα με το οποίο ποτίζουμε το μονοπάτι που χαράξαμε εδώ και χρόνια. Το δικό μας μονοπάτι...
Γελάς... Δε λες τίποτα αλλά αυτό το αγαπημένο χαμόγελο με μία νότα απορίας και πονηριάς δε φεύγει από τα χείλια σου. Ξέρεις ότι κάτι μαγειρεύω, σε έχω συνηθίσει στο απρόοπτο. Αφήνεσαι στα σχέδια μου χωρίς να ρωτάς. Η έκπληξη, η προσμονή του άγνωστου, πάντα σου μεγαλώνει την τελική απόλαυση, λατρεύεις τα παιχνίδια μου, τις ιδέες μου...
Πώς μου αρέσει να διαβάζω την επιδοκιμασία πάνω σου όταν καταλάβεις, την αποδοχή, τη συμμετοχή ή την διεκδίκηση ενός κυρίαρχου ρόλου στο τέλος.
Η κλειδαριά είχε από πίσω το κλειδί... Το παίρνεις και κλείνεις απαλά την πόρτα, μετά το θάβεις σε μία τσέπη της εμπριμέ σου φούστας. Δε λες τίποτα, το χέρι σου βρίσκει το δικό μου, κρύβεται στη φούχτα μου με σιγουριά, σαν πουλί που γύρισε επιτέλους στην φωλιά του.
Μου κρατάς το χέρι και η ζηλιάρα η σελήνη από ψηλά στέλνει μια αχτίδα να προσπαθήσει να τρυπώσει στα μπλεγμένα μας δάχτυλα. Δεν τα καταφέρνει, φέρνει συντροφιά κι άλλες αχτίδες, όμως συμβιβάζονται τελικά παίζοντας με τον ίσκιο που αφήνουμε πίσω μας στο χωμάτινο μονοπάτι... Τίποτα δε θα μπει ανάμεσα στα δάχτυλά μας τα σφιχτομανταλωμένα.
Περάσαμε το ασβεστωμένο πηγάδι, σκεπαστό για τα παιδιά, κάποιες κοπελιές ακόμα το ρωτούν ρίχνοντας ένα μικρό βότσαλο στα κλεφτά, αν ξέρει απαντήσεις να δώσει στα μυστικά τους. Ρωτούν δήθεν παίζοντας, κοιτάζοντας κλεφτά γύρω μη της κοροϊδέψει κανείς...
Το πηγάδι με το γλυφό νερό, άχρηστο εδώ και πολλά χρόνια, που κανείς δεν τόλμησε να το πειράξει, όλοι σέβονταν την ιστορία του. "Τριακόσια χρόνια και, μνημείο το έχουν κάνει" μου έλεγες και γέλαγες... Αν είχε τόσο δροσερό νερό σαν το κελαρυστό σου γέλιο δε θα στέρευε ποτέ!
Τα δάχτυλα χωρίζουν καθώς περνάμε από δύο φωτισμένα σπίτια. Η ζηλιάρα φεγγαραχτίδα πανηγυρίζει, θυμώνω για μια στιγμή αλλά μετά ησυχασμένος γελώ καθώς το χέρι σου με πιάνει αγκαζέ και γέρνεις τρυφερά πάνω μου. Το σύμπαν όλο γύρισε πάλι σε μένα.
Πέντε βήματα ακόμα... το κορμί σου πάντα κρεμασμένο στο μπράτσο μου, τα βήματα μας τα παίρνει η νύχτα για ενθύμιο, τα αφήνει να παίξουν για λίγο το δικό τους ήχο πριν τα ενσωματώσει στη δικιά της μουσική.
Κι αυτή η πονήρω η σελήνη από πάνω μας που όλα τα ξέρει και γελά, φωτίζει τις καρδιές, διώχνει τους ίσκιους πίσω.
Περάσαμε την εκκλησούλα του Άγιου Νικόλα, πάντα φρεσκοβαμμένη, κάτασπρη με το μπλε καμπαναριό, πεντακάθαρη, να αντιφεγγίζει τις φεγγαραχτίδες που την αγκαλιάζουν και την προσπερνούν στοργικά.
Αφήσαμε πίσω μας τα αρμυρίκια και τους θάμνους να καλύπτουν την μάντρα του κυρ-Ανέστη, και εκεί σε έχω φιλήσει την άλλη φορά που ανταμώσαμε νυχτιάτικα, θυμάσαι; Στο πρώτο μας ραντεβού σε αυτό το χωριό, σκαστοί κι οι δυο, τότε που το ανακαλύπταμε ακόμα...
Ο δρόμος τέλειωσε, τα πόδια βυθίζονται στην άμμο... Μπροστά μας η μεγάλη πλανεύτρα κυματίζει, αλλού ασημένια αλλού σκουρωπή, μερικές βάρκες δεμένες σε μία μικρή τσιμεντένια προβλήτα...
Άμμος κάτω μας, το φεγγάρι από πάνω πετά ασήμι να παίξουν τα κύματα, γυρνώ και σε φιλώ... Πώς το κατάλαβες; με ξέρεις και συ... Τα χείλια μας μεταλλάχτηκαν σε κέρινα, λιώνουν... Το κορμί σου σφίγγεται επάνω μου... Σου χαϊδεύω τρυφερά τα μαλλιά, σου αρέσει αυτό, τα χέρια μου στο πρόσωπο σου, σε πίνω ξανά...
Μετά σε αγκαλιάζω... Λες και φοβάμαι μη σε πάρει κάποιο της νύχτας ξωτικό, δεν ξέρω τι παιχνίδια θέλει να μου παίξει αυτό το περίεργο φεγγάρι πάνω μας που ασημώνει τον ντουνιά και γελάει...
Σε αφήνω, βγάζω τα παπούτσια μου... δε χρειάζεται να σου πω τίποτα, τα δικά σου είναι πεταμένα δίπλα στα δικά μου σε δευτερόλεπτα, εκεί δίπλα στην παρατημένη βάρκα. Σε πιάνω από το χέρι, σε κοιτώ, ξέρεις πριν το πω, το νοιώθω πως ξέρεις τι θέλω να κάνουμε…
Σιγά τα πρώτα βήματα, πιο γρήγορα μετά, τρέχουμε, γελάμε σαν μαθητούδια, πάντα πιασμένοι χέρι χέρι... Η αμμουδιά νοτίζει κάτω από τα πόδια μας πάμε παράλληλα τώρα με την άκρη της θάλασσας, τρέχουμε προς τον μεγάλο αμμόλοφο και σε κάτι αρμυρίκια πιο πέρα...
.........
- Τι κοιτάς ρε...;
- Κοίτα φάση, ρε... να εκεί, στη παραλία... ένας πουρός και μια κυρά, σαρανταφεύγα τούς κόβω και τους δύο, τρέχουν στην άμμο!
- Πλάκα κάνεις!
- Μα δεν τους βλέπεις; Κοντά μας πέρασαν όπως έτρεχαν! Λες να έβαψε για πλάκα ο τύπος το μαλλί γκρίζο ; Αλλά χωμένος εσύ μέσα στη βάρκα για να κάνεις τσιγάρο...
- Καλά, δε το πιστεύω... Κοίτα ρε... τρέχουν σιγά σιγά πιασμένοι χεράκι χεράκι αλλά γελάνε λες και είναι τεκνά που κάνουν μαραθώνιο. Πιο γρήγορα γι αυτούς δεν έχει, τα τίναξαν ! Και ο τύπος έχει και τα κιλά του… Τα είδα όλα σήμερα!!
- Έλα τώρα, εντάξει, τα πουρά όλο θα κοιτάμε; Έκανες το τσιγάρο σου, πάμε να φύγουμε..
.........
Και τρέχουμε... είδες τι γρήγορα που τρέχουμε; Κοιτώ τα μαλλιά σου, τα πάντα μαύρα για μένα να ανεμίζουν όπως τα ανακατεύει η φόρα μας και το αγέρι από τη θάλασσα... Κοιτώ τα σκούρα μάτια σου να φέγγουν με φως δανεισμένο από τον ήλιο που θα λάμψει πάλι αύριο, κοιτώ τους κρίκους να πιάνουν μια φεγγαραχτίδα αιχμάλωτη στα αυτιά σου και μετά να την αφήνουν... Ποια κούραση... ατσάλι στα πόδια, παιδιού καρδιά, δίπλα μου να σε έχω μονάχα...
Έτσι μπράβο! Μη μου αφήνεις το χέρι... Όσο δε με αφήνεις δε καταλαβαίνω και δεν έχω τίποτε άλλο παρά μόνο εσένα...
Να εκεί στο λόφο θα σταματήσουμε, έχει ξερά αρμυρίκια τα είδα πριν που ερχόμουν. Θα ανάψουμε φωτιά, μεγάλη φωτιά και μετά θα δούμε τη θάλασσα, να βρούμε λίγο τις χαμένες μας ανάσες και να πέσουνε οι χτύποι της καρδιάς.
Με κοιτάς απορημένη, μετά γελάς. Όλα τα κατάλαβες και λέξη δυνατά ας μην είπα. Τόσο πολύ πια διαβάζεις το γέλιο μου;
Ναι, έχω σχέδια. Μπορεί η νύχτα να άρχισε χωρίς εμάς, θα τελειώσει όμως με μας.
Πολλά σχέδια... Έλα, λίγο ακόμα, μη γελάς, εντάξει, κουράγιο σε μένα δίνω!
Φτάσαμε καπετάνισσα της καρδιάς μου! Να το κάστρο μας, το καράβι μας!! Αν θες σαλπάρουμε, σου διάλεξα την καλύτερη καμπίνα!!
Φαρδύ το αμμουδερό κρεβάτι κατά πώς πρέπει… Πού ξέρεις, μπορεί να μην αντέξω να περιμένω να γυρίσουμε σπίτι σου, μπορεί να μας μεθύσει της νύχτας το κόκκινο κρασί και να τα ξεχάσουμε όλα... Ναι εδώ, δίπλα στη φωτιά, στη νοτισμένη άμμο. Για αυτό διάλεξα να ξαποστάσουμε πίσω από τους αμμόλοφους που μας κρύβουν από αδιάκριτα μάτια...
Εδώ, μαζί, όσο βαστά η νύχτα! Όσο βαστούν τα όνειρα... Πριν βγει ο ήλιος και λυθούν τα μάγια, πριν ορμήσει πάλι ο χρόνος απρόσκλητος μέσα μας.
Έλα καλή μου! Έλα όσο αυτό το αλήτικο φεγγάρι ψηλά μας κλείνει το μάτι !!

ΤΕΛΟΣ

Το παραπάνω διήγημα θα αναρτηθεί και στο δρώμενο "Ερωτική Υμνωδία", (  εδώ  ) στο ιστολόγιο "On the Up and Up" της Lysippe. Είναι μία αξιέπαινη προσπάθεια συλλογής ερωτικών διηγημάτων. 

Για επιστροφή στο μενού διηγημάτων πατείστε εδώ 
Για επιστροφή στο βασικό μενού πατείστε εδώ  



Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

Διαδικτυακό (χιουμοριστικό ποίημα)

Από το Facebook τα λέμε, σε τριγύρναγα επιμόνως,
ρεζερβέ μα ένοιωθες μόνη, ούτε εγώ ήμουνα μόνος. 
Με τ' αστεία, με μπλα μπλα, με πολλά όχι και ναι, 
Τελικά μου είπες "αντε, ας βρεθούμε για καφέ".

Θα τον πιούμε τον καφέ, ή ποτό και άσπρο πάτο. 
Στο ισόγειο hotel, πέντε αστέρων και μουράτο. 
Και αφού με λίγη πάρλα, πιο κεφάτη θα σε κάνω,
Θα ανέβουμε μετά, δυό πατώματα πιο πάνω.

Και μετά ένα ποτό, να το πιούμε λίγο πριν...
να ξεχάσουμε τα "δεν", να μεθύσουμε τα "μην"...
...Kαι κυρίως, όπως λένε και τα κιτάπια...
να προλάβουνε να δράσουν και τα χάπια !
                             <<>> 

Για επιστροφή στο βασικό μενού, πατείστε εδώ

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Στον Αστερισμό του Iβίσκου. (Παρουσίαση του πρώτου βιβλίου της Σταυρούλας Δεκούλου Παπαδημητρίου)

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ IΒΙΣΚΟΥ

«Η αυγή ορφανή από δρόσο, δίψα κερνά τ’ αγέννητα ρόδα»

«Τ΄ αφέγγαρα βράδια στης καρδιάς το αέτωμα, ανταμώνω τον ίσκιο από τ’ ανείπωτα λόγια σου»

«Σαν ανταμώνεις γιασεμί, να γέρνεις να το γλυκοφιλάς γιατί ένα όνειρο εκεί έχω κοιμίσει».

Τα παραπάνω είναι μόνο ελάχιστα από τα αμέτρητα αστεράκια "στον αστερισμό του Ιβίσκου", το πρώτο βιβλίο της Σταυρούλας Δεκούλου Παπαδημητρίου.  Με θλίψη απαρνήθηκα τα υπόλοιπα, αλλιώς έπρεπε να αντιγράψω εδώ όλο το βιβλίο της ! 

H Σταυρούλα με τιμά με τη φιλία της τα τελευταία χρόνια. Παρακολούθησα το γράψιμο της, η ποίηση της μοιάζει με την μεταμόρφωση μίας όμορφης κοπέλας που σε κάποια στροφή της πορείας της γίνεται μία θελκτική γυναίκα. Μεστώνει, ωριμάζει, γίνεται πιο ερωτική, πάνω από όλα ομορφαίνει περισσότερο !  

Πλούτισε το γράψιμο της η Σταυρούλα. Τα τόσα «μπράβο» που άκουσε για τα διαμαντάκια της, τα τόσα βραβεία που πήρε σε ένα σωρό διαγωνισμούς, τής έδωσαν αυτοπεποίθηση. Ανοίχτηκε σε πιο βαθιά νερά, έγραψε πιό ερωτικά, έγραψε πεζά… Τόλμησε και δικαιώθηκε για αυτή της την τόλμη. Το άστρο της δεν έχει φτάσει ακόμα στο ζενίθ του. Ανεβαίνει ακόμα.

Το έργο της «Στον Αστερισμό του Ιβίσκου» ήταν μόνο η αρχή. Μαγεμένοι, εμείς οι φίλοι της, οι αναγνώστες της,  την χειροκροτούμε και περιμένουμε τα επόμενα της βήματα ! Έχει πολλά να μας δώσει ακόμα, με πολλά θα μας μαγέψει το ταλέντο της και η πέννα της. Και εμείς μαγεμένοι τα περιμένουμε !

Διαβάστε το, όσοι δεν το έχετε διαβάσει ακόμα. Σας το συνιστώ ολόψυχα ! Χαρείτε ομορφιά, τρυφεράδα, τέχνη, λυρισμό και τα καλογραμμένα Ελληνικά της που τόσο σπανίζουν στις μέρες μας. Χαρείτε τα καλολογικά στοιχεία, πραγματικά διαμάντια που στολίζουν κάθε της ποίημα. Χαρείτε ομορφιά, χαρείτε αισθήματα, χαρείτε έρωτα, πάθος, αγάπη.  
     
Το επόμενο Σταυρούλα και σύντομα !! Πεζό η ποιήματα, η ψυχή σου γεμάτη χρώματα είναι, πιάσε την πένα σου και κάνε τα λέξεις ! Δείξε μας την αγάπη, την τρυφερότητα, το πάθος, τον πόθο, το χαμόγελο και την πίκρα, το γέλιο και το δάκρυ, την χαρά και τον πόνο, όπως μόνο εσύ ξέρεις !!

ΤΕΛΟΣ

Επιστροφή στο βασικό μενου : πατείστε εδώ


Σάββατο, 2 Μαρτίου 2019

Παραμύθι για μεγάλα παιδιά

(Ένα συναισθηματικό διήγημα από το δεύτερο βιβλίο μου, "Μυθιστορίες δεκαέξη και μία". Παρατίθεται ολόκληρο)

Σαν πρόλογος : Τα παραμύθια πρέπει να είναι πάνω από όλα ΟΜΟΡΦΑ. Υπάρχει τόση βρωμιά γύρω μας, τόσος πόνος, τόση οργή, τόσο άγχος και αβεβαιότητα που έχουμε ανάγκη από λίγη ομορφιά. Πρέπει να ξεφεύγουμε καμιά φορά έστω για λίγο από το γκρίζο, να δραπετεύσουμε μερικές στιγμές από το μπετόν της πραγματικότητας. Έχουμε ανάγκη να φοράμε για λίγο παραμυθένια ρούχα, με έντονα λαμπερά χρώματα, να ταξιδεύουμε σε χώρους και χρόνους που όλα είναι πιθανά και όλα συμβαίνουν. Σε χώρους και χρόνους με ΧΡΩΜΑ, να βάζουμε μία παιδιάστικη πινελιά στη δύσκολη ζωή μας.

Το ποτάμι φιδογύριζε μέσα στο δάσος. Καθάριο κρύσταλλο τα νερά του, με αποχρώσεις από μύριους τόσους τόνους πράσινου που καθρεφτίζονταν μέσα του. Κυλούσε και ταξίδευε, έκανε πότε πότε μικρούς καταρράκτες, φάρδαινε, στένευε, άφηνε τα διάφορα πλάσματα του δάσους να παίξουν με τα νερά του, να δροσιστούν. Κυλούσε και ταξίδευε...
Ο γέρο Μπέρυ άνοιξε τα μάτια του, τίναξε το κεφάλι του και κοίταξε γύρω του. Ήταν μέσα στα νερά, ταξίδευε ανάσκελα μέσα σε ένα ποτάμι! Δε σταματούσε πουθενά, το πελώριο σώμα του δεν σκάλωνε ούτε κάτω κι ας ήταν ρηχά, ούτε σε καμία από τις όχθες κι ας ήταν τόσο κοντά του, αν άπλωνε το χέρι του θα τις έφτανε.

Χίλιες απορίες στο μυαλό του, τσακώνονταν ποια θα πάρει απάντηση πρώτη. «Πώς βρέθηκα εδώ;» αναρωτήθηκε.
Οι βατομουριές! Είχε πάει πιο βαθειά στο δάσος από τις άλλες φορές, υπήρχαν πολλά βατόμουρα εκεί, ακολουθώντας το μονοπάτι θα τα έβρισκε. Του το είχαν πει στην καντίνα που είχε πάει το απομεσήμερο, μαζεύονταν οι ξυλοκόποι και οι κυνηγοί και τα έλεγαν εκεί, ανάμεσα σε αστεία και παράξενες ιστορίες. Ο γερο-Μπέρυ λάτρευε τα βατόμουρα, ακόμα κυνηγούσε την Ζήρια την ταβερνιάρισσα να του κάνει λίγη μαρμελάδα.

«Φέρε μου βατόμουρα και θα σου φτιάξω» του έλεγε. «Άντε! αράχνες έπιασες, να μη πω που! Όλο μπύρα και κουτσομπολιό μου είσαι. Από τότε που έμεινες μόνος αφέθηκες, χαραμοφάης έγινες! Κάνε ένα περίπατο, κάνει καλό, έτσι θα μακρύνει λίγο και ο δρόμος που σου μένει να διαβείς ακόμα!»
Μέσα στο δάσος πήγαινε ο γερο-Μπέρυ, στο δάσος με τα χίλια χρώματα που όλο και βάθαιναν, να προσπερνά τα μύρτιλα με τους λαχταριστούς καρπούς, τα σμέουρα, τα αγριοκάστανα, να παραμερίζει τα αγριολούλουδα, μία πανδαισία γύρω στα πόδια του σε κίτρινο, κόκκινο, άσπρο, μωβ, δεν ήθελε να πατήσει κανένα από αυτά τα θαύματα της φύσης. Μετά θυμόταν πως είδε εκείνα τα ψηλά πλατάνια δίπλα στο ποτάμι με τα κελαρυστά νερά, το ποτάμι που το είχε ακούσει πολύ πριν το δει, πριν το βαρύ του βήμα σκεπάσει μερικά από τα πλατιά φύλλα, τα πεταμένα δίπλα στις όχθες του.

Το ποτάμι… Τα φύλλα κάτω ένα χαλί, τα πλατάνια που από κάτω φαίνονταν να ανεβαίνουν και να ανεβαίνουν... Ποτέ δεν είχε δει τόσο ψηλά πλατάνια. Και εκείνα τα φωτεινά μικρά πλάσματα ...θα χωρούσαν κάμποσα από δαύτα στις φούχτες του.

Του θύμιζαν ανθρώπινες μορφές, πέταγαν με τα διάφανα φτερά τους, πολύχρωμες βεντάλιες που στόλιζαν τις πλάτες τους. Μικρά φώτα σε διάφορα χρώματα, ίδιο χρώμα με τα φτερά τους, πολλά φώτα, πολλά χρώματα, ανέβαιναν, κατέβαιναν, τιτίβιζαν σαν μικρά πουλιά, μουσική ο ήχος τους στα αυτιά του, δεν είχε ξανακούσει τέτοια μουσική...
Έπαιζαν, κρύβονταν ανάμεσα σε κλαδιά και πλατύφυλλα, γελούσαν, δεν τα έβλεπε καθαρά όλα αυτά, τα ένοιωθε, τον καλούσαν...

Τον καλούσαν πού; Ο γέρο Μπέρυ υποτάχτηκε στο παράξενο κάλεσμα, ακολούθησε. Δε σκέφθηκε ηλικία, δεν ένοιωσε αρθριτικά να τον πονούν όταν πιάστηκε από ένα κλαδί για να πατήσει στο πιο γέρικο από δαύτον κορμό για να ανέβει. Ούτε που λαχάνιασε, λες και κάτι τον τραβούσε ψηλά, κάτι που του πρόσθετε δύναμη και του αφαιρούσε κιλά και χρόνια.
Έπιασε ένα δεύτερο κλαδί, σύρθηκε στον κορμό, ανέβηκε, όσο ανέβαινε πιο εύκολη, πιο άνετη γινόταν η συνέχεια. Τα μικροσκοπικά πλάσματα πάνωθέ του, δεν τα έφτανε ακόμα, έπαιζαν, τιτίβιζαν χαρούμενα, καμιά φορά κατέβαιναν μέχρι λίγο πάνω από το κεφάλι του, του φώναζαν θαρρείς «έλα γέρο Μπέρυ, έλα μαζί μας. Θα τα καταφέρεις».

Γιατί ήθελε να ανέβει; Δεν το ήξερε, δεν τον ένοιαζε να καταλάβει, δεν το σκεφτόταν. Ούτε βατόμουρα σκεφτόταν πια, ούτε την μαρμελάδα που θα του έφτιαχνε η Ζήρια. Να φτάσει τα μικρά πλασματάκια, αυτό ήθελε, να τα νοιώσει να χαϊδεύουν την παλάμη του, να παίξει μαζί τους. Κι όλο ανέβαινε, το φως του σούρουπου δεν τον τύφλωνε, είχε νυστάξει το φωτεινό αστέρι της μέρας για σήμερα και πήγαινε για ύπνο. Αυτός θα καθόταν κι άλλο, θα έπαιζε λίγο με τους νέους φίλους του, θα τον έκαναν και αυτόν νέο, θα γέλαγε μαζί τους, μέχρι φτερά θα έβγαζε για χάρη τους. 

Κι όλο ανέβαινε στον πλάτανο... να μερικοί από τους φίλους του μέσα στα μαλλιά του, όσα του είχαν μείνει, ένοιωσε ένα γαργάλημα, τον ακουμπούσαν, δεν τον φοβόντουσαν, έπαιζαν, καλά το είχε σκεφθεί...

Και ξάφνου ένα κρααακ... το κλαδί που κρατιόταν έσπασε, γέλαγαν τα μικρά πλάσματα, δεν τρόμαξαν, γέλαγαν καλοσυνάτα, σαν να είχαν κάνει μία αθώα σκανδαλιά, γέλαγαν, το είδε.

Δεν ένοιωσε πόνο πέφτοντας. Ένα πλααααφ και να τος στο ποτάμι κάτωθέ του, είδε σταγόνες να σκορπιούνται, να ραντίζουν τον γέρο πλάτανο... Όχι δεν πόναγε, ούτε να γυρίσει ήθελε, άφησε το νερό να τον πάρει μακριά, οι φίλοι του τον χαιρετούσαν, ούτε φοβισμένοι έδειχναν, ούτε λυπημένοι. Βάρυναν σιγά σιγά τα βλέφαρα του γέρο Μπέρυ και αφέθηκε...

Τώρα ξύπνιος πάλι, με τις τόσες απορίες... Τι έγιναν άραγε οι φίλοι του; Γιατί δεν τον έσωσαν, τι φίλοι ήταν να μην τον προειδοποιήσουν; Πώς και δε σκοτώθηκε; Είχε ανέβει αρκετά πριν πέσει. Αμ το άλλο; Γιατί δεν σκάλωσε πουθενά, γιατί δε βράχηκαν τα ρούχα του; Πού πήγαινε;

Το ποτάμι μάλλον θα διάβασε το μυαλό του, δεν του απάντησε αλλά τον απίθωσε μαλακά σε μια όχθη. Το ταξίδι του είχε σταματήσει.

Ο Μπέρυ κοίταξε γύρω του. Είχε νυχτώσει σχεδόν, οι σκιές στο δάσος είχαν πυκνώσει. Σηκώθηκε, χωρίς κόπο είναι αλήθεια και βγήκε από το ποτάμι. Πράσινα, μωβ και κόκκινα τα φύλλα κάτω του, δένδρα με χοντρούς κορμούς ολόγυρα...
Ολόγυρα εκτός από ένα... ένα πώς να το έλεγε; Τροχόσπιτο; Βαγόνι; Από εκεί ερχόταν το φως. Δυο ξύλινες ρόδες, δυο μεγαλύτερες ρόδες πιο πίσω, σαν ένα μεγάλο καρότσι. Ξύλο και ύφασμα, ύφασμα βαθυκόκκινο με άσπρο να το ανοίγει, να του δίνει τα χρώματα του κυκλάμινου. Είχε κάποιο μήκος, το παράθυρο στο πλάι με τα παντζούρια ανοιχτά, σε άσπρο και αυτά, το μαρτυρούσε. Η οροφή μωβ και βαθύ κόκκινο με άσπρα πλουμίδια. Το μεγάλο δέντρο πάνω και δεξιά από το βαγόνι, ένας βαθυκόκκινος κισσός ανέβαινε το δέντρο, έφτανε στα κλαδιά πάνω από το βαγόνι, έσκυβε ευλαβικά λες και γονάτιζε και το προσκυνούσε. Λίγο πιο πέρα, πλάι στα ριζά του μεγάλου δέντρου, μια άσπρη ομίχλη σέρνονταν σαν παιχνιδιάρικο σύννεφο, ένα μικρό άσπρο χαλί που έπαιζε με τα νοτισμένα από την υγρασία φύλλα, δίπλα στο ποτάμι.

Η πόρτα του βαγονιού ανοιχτή. Δύο άσπρες κουρτίνες, μαζεμένες ελαφρά στη μέση. Δυο λάμπες αριστερά και δεξιά, πάνω και πίσω από κάθε φύλλο πρόσφεραν ένα άσπρο γλυκό φως, ένα φως που έδινε ομορφιά και κάποιο μυστήριο στους πρώτους ίσκιους που είχαν αρχίσει να πέφτουν. Η πόρτα του βαγονιού ανοιχτή μα δεν έβλεπε πίσω της, μια κλεφτή ματιά έστω στο τι είχε μέσα το βαγόνι.

Η ματιά του έπεσε στην μέση της ανοιχτής πόρτας και στάθηκε εκεί, αρνιόταν αλλού να πάει. Μακριά καστανά μαλλιά, υπέροχα ίσια σκούρα καστανά μακριά μαλλιά έπεφταν στους ώμους της, στόλιζαν το άσπρο σάλι που φορούσε πάνω από ένα πράσινο φόρεμα, πράσινο στους ίδιους τόνους με το κυρίαρχο πράσινο γύρω του.

Καθόταν στα σκαλιά του βαγονιού, ήρεμη... Ένα μπουκέτο ασπροκόκκινα αγριολούλουδα στα χέρια της. Γύρισε και τον κοίταξε, χαμογέλασε. Τα μάτια της καρφώθηκαν για αιώνες στα δικά του. Μάτια βαθιά καστανά, σε ένα χρώμα που το διάβαζε, το καταλάβαινε. Μάτια που είχαν γλύκα απέραντη αλλά και κάποια ένταση, μάτια ήρεμα που τον άφηναν όμως να διακρίνει κάτι να αναδεύεται στο βάθος τους, μάτια γελαστά αλλά με μία ήρεμη δύναμη να αναβλύζει από μέσα τους.

«Ποια είσαι;» ψέλλισε ξέπνοα ο Μπέρυ «Εσύ με έφερες εδώ; Οι φίλες σου οι νεράιδες μήπως που έπαιζαν στα φύλλα του πλάτανου μαζί μου; τα ξωτικά που δεν τα έβλεπα αλλά με οδηγούσαν στο ποτάμι;» Ήξερε τώρα, λες και πάντα ήξερε, λες και μόλις την είδε όλες του οι απορίες λύθηκαν. Όλα εκτός από το γιατί ήταν εκεί, αντίκρυ σε αυτή την οπτασία που τον έβλεπε και χαμογελούσε.

«Με λένε Ορέλια» του είπε καθώς σηκώθηκε και τον πλησίασε χαμογελαστή. Ένα λαμπερό φως την ακολουθούσε σε κάθε της βήμα, ένα φως από κάποιον αόρατο ήλιο πάνωθέ της.

«Ορέλια...» μουρμούρισε ο Μπέρυ. «Στη γλώσσα μου σημαίνει "αθάνατη". Είσαι αθάνατη, λοιπόν, σαν την ομορφιά σου;»

Η Ορέλια γέλασε και όλα τα λουλούδια που είχε μυρίσει ο Μπέρυ στην ζωή του μοσχοβόλησαν μέσα του.

«Έλα» του είπε πιάνοντας το χέρι του θαρρετά. «Σειρά μου να σου κάνω ένα δώρο για τα καλά σου λόγια».

Ο Μπέρυ την ακολούθησε, με το χέρι της φυλαγμένο, σαν κάτι πολύ τρυφερό και πολύτιμο μέσα στο δικό του. Έπαιρνε ζέστη και δύναμη από αυτό το μικροσκοπικό χεράκι με τα κρινοδάχτυλα να αγγίζουν τα ροζιασμένα δικά του, να τον κάνουν να ριγά...

Λίγα βήματα μονάχα έκαναν, λίγα βήματα που άλλαξαν την ζωή του. Έφτασαν στο ποτάμι πάλι, το ποτάμι που την χαιρέτησε κελαρυστά ή του φάνηκε;

«Δες» του είπε η Ορέλια... «Σκύψε να δεις... στο νερό...» 

Έσκυψε ο γέρο Μπέρυ πάνω από το ποτάμι να δει κατά πώς του έλεγε η Ορέλια και ένα δάσος ολάκερο θαρρείς και έσκυψε από περιέργεια μαζί του. Ακόμα κι ο ήλιος που ήταν έτοιμος να πέσει για ύπνο, έστειλε δυο ηλιαχτίδες κλεφτά, ανάμεσα από τα δένδρα να δουν τι κατάφερε πάλι η πανέμορφη τσιγγάνα.

Ήταν φίλος της καλός ο ιππότης της μέρας, την ήξερε καιρό. Την είχε δει να χορεύει στο ξέφωτο ανεμίζοντας τα μακριά της μαλλιά, φωτίζοντας πιότερο και από τις αχτίδες του. Την είχε ακούσει να γελά και να τιτιβίζουν τα πουλιά μαζί της, να τραγουδά καθισμένη στα σκαλιά του τσιγγανόσπιτου, κάνοντας τα δασολούλουδα στα μαλλιά της να ανθίζουν.

Στα καθαρά κρύσταλλα που αντιφέγγιζαν ένα απόκοσμο 
φως, ο γερο-Μπέρυ είδε... είδε και σάστισε. Είδε τα άσπρα του μαλλιά να έχουν γίνει πάλι μαύρα όπως ήταν χρόνια πριν, τις ρυτίδες στο μέτωπο του να έχουν χαθεί, τα μάγουλα του χρωματισμένα με νιότη, τα μαύρα μάτια του πιο λαμπερά... Ένα παλληκάρι έβλεπε στο νερό, τον Μπέρυ με το ψηλό, δεμένο, αθλητικό κορμί, τον Μπέρυ που έκανε χρόνια πριν τις καρδιές των κοριτσόπουλων που τον απαντούσαν στο δρόμο να χτυπούν γρηγορότερα. Δίπλα του, τυλιγμένη σε ένα ασπρογάλαζο φως η Ορέλια. Γελαστή, με τα μάτια της να ακτινοβολούν ζεστασιά, με τα μακριά καστανά της μαλλιά να νοτίζονται από τη δροσιά που σκόρπιζε γύρωθε του το υγρό μονοπάτι που διέσχιζε το δάσος.
Η Ορέλια που τώρα φαινόταν συνομήλικη του, να μοιράζεται μαζί του το χρόνο που ανάσαιναν σε τούτο τον παραμυθένιο κόσμο.

«Μα πώς...» είπε ο Μπέρυ χωρίς να πάρει τα μάτια του από το νερό που στραφτάλιζε παιχνιδιάρικα. Φοβόταν να πάρει τα μάτια του από το νερό, μη χαθεί έξαφνα το όνειρο, μη ξαναδεί τον εαυτό του όπως ήταν πριν η μάγισσα δίπλα του κλέψει τον χρόνο.

«Κοντά μου γίνεσαι όσο νοιώθεις» είπε η Ορέλια ενώ τα γελαστά της μάτια έστειλαν κύματα ζέστης στην καρδιά του. «Όχι όλοι βέβαια, όσοι το αξίζουν. Και εσύ το αξίζεις. Μου τα λένε καιρό τώρα οι φίλοι μου, συνάντησες μερικούς στον πλάτανο, εκεί που ανέβηκες για να τους γνωρίσεις και να παίξεις μαζί τους».

«Μα δε με ξέρουν! Δεν πρόλαβα...»

«Σε ξέρουν πολύ καλά. Οι νεράιδες, καλέ μου Μπέρυ, είναι μικρές, τις είδες, χωράνε κάμποσες στη φούχτα σου μέσα. Όμως ο χρόνος κυλά πάνω τους σαν τις σταγόνες της βροχής στα τζάμια των σπιτιών, δε στέκεται... Όταν ο χρόνος κυλά πολύ αργά δεν έχεις τι να κάνεις. Κάποια στιγμή οι φίλοι μου βαριούνται τα παιχνίδια και τις σκανδαλιές∙ η δικιά τους η ζωή κυλά αργά, παρακολουθούν λοιπόν τη ζωή γύρω τους που κυλά γρηγορότερα στο δάσος, μέσα και γύρω από αυτό. Έτσι έχουν τι να λένε όταν συναντιούνται στις κορφές των δέντρων ανάμεσα στα φύλλα πάνω στα αγριολούλουδα, δίπλα στις όχθες του ποταμού... Εσείς δεν τις βλέπετε αλλά αυτές σας παρακολουθούν αθέατες, νύχτα και μέρα. Και αν είναι κάτι σημαντικό... έρχονται και μου το λένε...»

 Είχαν αφήσει πια το ποτάμι και γύριζαν στο τσιγγανόσπιτο. Η Ορέλια κάθισε πάλι στα σκαλιά και του έκανε νόημα να καθίσει πλάι της. Ο Μπέρυ ένοιωθε δυνατός, ήθελε να τρέξει στο δάσος, να δείξει, να φωνάξει τα νιάτα του.... Ήθελε τόσα, του είχαν λείψει τόσα... Πιο πολύ όμως ήθελε να είναι μαζί με αυτή τη τσιγγάνα που του άλλαξε έτσι αναπάντεχα τη ζωή. Να θαυμάζει την ομορφιά της, να ανασαίνει το άρωμα της, να την ακούει να μιλά. Είχε να νοιώσει έτσι, από τότε που ήταν καλά η γυναίκα του, πριν τη λυγίσει η κακιά αρρώστια που τελικά του την έκλεψε πολλά χρόνια πριν...

«Και σου είπαν για μένα οι νεράιδες;» ρώτησε καθώς κάθονταν δίπλα της.

«Εδώ και πολύ καιρό... Από τότε που ήσουν όπως σε έκανα πάλι... και πιο πριν ακόμα... από τη μεγάλη σύναξη για το γάμο της Λίλυ και του Έλντον. Η Λίλυ μου πρωτομίλησε τότε για σένα όταν έθαβε τα προικιά της.»

 «Τι έκανε;» ρώτησε σαστισμένος ο Μπέρυ. 

«Όταν έθαβε τα προικιά της!» του είπε γελώντας η Ορέλια και δυο αγριοπερίστερα πέταξαν από το δένδρο δίπλα στο τσιγγανόσπιτο κι ήρθαν να κάτσουν στα πόδια της, μαγεμένα από το κελαρυστό της γέλιο.

«Πώς φαίνεται ότι δεν ξέρεις τα έθιμα που έχουν οι νεράιδες σε αυτό το δάσος! Όταν παντρεύτηκε η Λίλυ με τον Έλντον έπρεπε να κρύψει την προίκα της εκεί που ακούμπαγε το ουράνιο τόξο τη γη. Πήγα μάρτυρας, πρέπει να ξέρω πού τα κρύβει η κάθε νεράιδα του δάσους τα προικιά της, σε όλους τους γάμους πάω μάρτυρας. Εκεί η Λίλυ μου μίλησε για σένα. Μετά άκουσα και από άλλες νεράιδες και ξωτικά.»

«Και... ακούς καλά λόγια;»

«Τα καλύτερα! Άξιο παλληκάρι, μου λένε, τίμιο, δουλευτής, πάντα έτοιμος να βοηθήσει όποιον το χρειάζεται, με καλή καρδιά, με τον καλό τον λόγο, το χωρατό στο στόμα... Καλός οικογενειάρχης, την αγαπούσε τη γυναίκα του, την φρόντισε μέχρι που της σφάλισε τα μάτια. Δεν άλλαξες από τότε Μπέρυ. Πάντα έτσι ήσουν, μέχρι τώρα. Άξιζε να πάρεις πίσω τα νιάτα σου. Για όσο το θελήσεις. Όσο είναι έτσι η ψυχή σου και η καρδιά σου, το κορμί θα ακολουθεί».

Ο Μπέρυ την κοίταξε σκεπτικός. «Με τι αντάλλαγμα; Πάντα όταν σου δίνουν κάτι, ζητούν κάτι άλλο για αντάλλαγμα... Να κάνεις κάτι, να δώσεις κάτι κάπου και συ. Φαντάζομαι ότι για κάτι τόσο μεγάλο...»

«Τίποτα δε ζητώ, καλέ μου!» είπε η Ορέλια και έβαλε θαρρετά το χέρι της μέσα στο δικό του, κάνοντας την καρδιά του να ψάχνει τη δικιά της για ακόμα φορά. «Η ψυχή δικιά σου είναι, δεν άλλαξε, δε στην χάρισε κανείς. Κράτα την καθαρή και θα φοράς πάντα τα ρούχα της νιότης. Σου χάρισα ένα ρούχο να ζεσταίνει και να στολίζει την ψυχή σου. Σιγά το πράμα!»

«Να δίνει ονόματα!» είπε ο κισσός που αγκάλιαζε το τσιγγανόσπιτο στην Ορέλια καθώς ένα φύλλο του της χάιδευε τα αυτιά. «Πες του το και αυτό! Θα τον διευκολύνει!»

Ο Μπέρυ κοίταξε έκπληκτος τον κισσό. «Μίλησε!» είπε, «τον άκουσα!»

«Ο γέρο Ντιούριν» είπε η Ορέλια με εκείνο το χαμόγελο που σκόρπαγε άνοιξη και φως μέσα στο δείλι. «Η Ζάνα, η νεράιδα που ζει στις αγριοτριανταφυλλιές, τον έβγαλε έτσι. Εδώ όλα όσα έχουν ζωή έχουν κι ένα όνομα, κάτι που οι άνθρωποι δεν το συνηθίζουν. Μόνο σε μερικά ζώα που τα έχουν σπίτι τους δίνουν οι άνθρωποι όνομα. Και τα ονόματα τα ξεχνούν οι άνθρωποι εύκολα. Πάνω στην οργή, πάνω στην μανία να κυριαρχήσει το δικό τους όνομα, να σβήσει τα άλλα, να σβήσει ακόμα και ονόματα άλλων ανθρώπων, είτε τα ξέρουν είτε όχι.»

«Όπως το λες. Για τα φυτά όμως δεν το είχα σκεφθεί. Μου αρέσουν όμως.»

«Και εσύ τους αρέσεις! Για αυτό δε σου κρύβουν την ομορφιά τους όταν περνάς κοντά. Σε γεμίζουν χρώματα, σε γεμίζουν άρωμα, αυτά έχουν, αυτά σου χαρίζουν. Χρώματα που οι άλλοι άνθρωποι τα βλέπουν χωρίς να τα δουν πραγματικά, αρώματα που τα μυρίζουν χωρίς να τα μυρίσουν. Όπως και τα ζώα που συναντάς στο δρόμο, τα πουλιά που πετούν πάνωθέ σου. Σου χαρίζουν την αγάπη τους γιατί ξέρουν ότι και εσύ τους χαρίζεις την δικιά σου.»

 «Έχω σκύλο» είπε περήφανα ο Μπέρυ, λες και έλεγε ότι έχει κάτι πολύτιμο. «Τον Ραλ».

«Το ξέρω. Εσύ κοιμάσαι τα βραδιά και αυτός χαζεύει με τις νεράιδες που παίζουν δίπλα στο σπιτάκι του. Κι όσα δεν ονοματίζετε εσείς, τα ονοματίζουν οι νεράιδες που είναι στη γέννα τους κι ας μη τις βλέπετε... Ζώα, δένδρα, λουλούδια...»

Ο Μπέρυ άκουγε κάμποση ώρα μαγεμένος την Ορέλια να του μιλά, να του εξηγεί... Ύστερα βοήθησε να μαζέψουν ξύλα και να ανάψουν μία μεγάλη φωτιά. Ήξερε ότι η Ορέλια δε χρειαζόταν την βοήθειά του αλλά ήθελε να κάνει κι εκείνος κάτι. Δίπλα στη φωτιά ο Μπέρυ έφαγε δροσερά φρούτα και ήπιε ένα μεθυστικό κρασί από φραγκοστάφυλα. Μετά θαρρεμένος από το κρασί και τα μηνύματα που πήγαιναν και έρχονταν ανάμεσα στα μάτια της Ορέλια και τα δικά του, σήκωσε την όμορφη τσιγγάνα να χορέψουν...

Η μουσική που ακούγονταν τώρα από παντού γύρω του τούς παρακινούσε. Μια αόρατη ορχήστρα που άρχισε ξαφνικά να παίζει τσιγγάνικη μουσική, ρομαντική, μια μουσική με κάτι το παθιάρικο και το άγριο συνάμα. Τα πόδια του Μπέρυ έβγαλαν φτερά, πέταγε γύρω της, δίπλα της, απέναντι της. Η όμορφη τσιγγάνα γέλαγε, ανέμιζε τα μακριά της μαλλιά, πότε σήκωνε λίγο τη μακριά φαρδιά της φούστα, πότε σήκωνε τα χέρια της ψηλά, τον άγγιζε παιχνιδιάρικα το κορμί της για λίγο και μετά απομακρύνονταν πάλι.

Όταν τα κορμιά τους αγγίζονταν η καρδιά του Μπέρυ κλώτσαγε, ήθελε να βγει έξω, να τρέξει να ενωθεί με τη δικιά της. Η Ορέλια πλάι του, η Ορέλια δίπλα του για μια ακόμα φορά.. Οι ματιές τους ενώθηκαν, μηνύματα σταλμένα από δυο καρδιές που σπαρτάραγαν για το επόμενο βήμα πήγαν και ήρθαν.

Ο Μπέρυ την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του, η τσιγγάνα αφέθηκε χωρίς να πει λέξη. Όταν τα χείλια τους πρωτοέσμιξαν οι καρδιές τους πήραν αγέρα από τις κοφτές τους ανάσες, όταν τα κορμιά τους έσμιξαν η φωτιά δυνάμωσε λες και οι φλόγες της ζήλευαν τις δικές τους φλόγες. 

Νεράιδες, ξωτικά, δένδρα και ζωντανά, γύρισαν υποκριτικά από την άλλη μεριά τάχα να μη τους βλέπουν, χαμογελώντας. Θα είχαν να λένε για καιρό...

Ο Μπέρυ ένοιωσε το κορμί της Ορέλια να τρέμει από την ίδια αδημονία που έτρεμε και το δικό του. Την σήκωσε στα χέρια του και μπήκαν στο τσιγγανόσπιτο. Ο Ντιούριν ο κισσός ασφάλισε την πόρτα πίσω τους, του Μπέρυ του φάνηκε ότι ο Ντιούριν εκτός από το πράσινο είχε και ένα ελαφρό ροζ, σαν να κοκκίνισε. Αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία...

... Κάτι βρόνταγε, κάποιος χτύπαγε την πόρτα. Ο Μπέρυ πετάχτηκε ξαφνιασμένος, ήταν στην καλύβα του, στο κρεβάτι του, ο σκύλος του ο Ραλ τον άκουσε και έτρεξε κοντά του κουνώντας την ουρά του.

Δίπλα του η Ζήρια η ταβερνιάρισσα άνοιξε και εκείνη τα μάτια της. «Ποιος να είναι;» ρώτησε σιγά. «Αν με δουν εδώ... θα 'χει τι να λέει το χωριό για μήνες!!»

«Έλα, ρε γέρο τράγε!» ακούστηκε μια ανδρική φωνή απ' έξω. «Πόσο ήπιες χθες;»

«Ο Κάντιαν!» είπε ο Μπέρυ αναγνωρίζοντας τη φωνή. «Έπρεπε να το καταλάβω. Αν ήταν ξένος ο Ραλ θα χάλαγε τον κόσμο.» Ο Μπέρυ σηκώθηκε βιαστικά. «Έρχομαι!» φώναξε δυνατά στον φίλο του.

Η πρώτη του στάση ήταν στον καθρέφτη του μπάνιου. «Τι όνειρο και αυτό» μουρμούρισε βλέποντας τα άσπρα του μαλλιά με μια απογοήτευση που του φάνηκε αστεία. 

Δέκα λεπτά αργότερα έδωσε ένα φιλί στην Ζήρια που λαγοκοιμόταν και βγήκε έξω μαζί τον Ραλ.

«Πρώτη φορά αργείς τόσο!» είπε ο Κάντιαν ενώ έπαιρναν το μονοπάτι που έβγαζε στο χωριό. Μόνο ο Μπέρυ και ο φίλος του έμεναν λίγο έξω από αυτό.

«Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο όνειρο» απάντησε ο Μπέρυ.

«Πρόσεχε την Σαμίρα!» φώναξε βλέποντας ότι ο Κάντιαν όπως περπατούσε βιαστικά παραλίγο να τσακίσει ένα κλαδί από την λαγοκερασιά που άπλωνε ένα κλαδί με κίτρινους καρπούς στο μονοπάτι. 

Ο Κάντιαν μη βλέποντας άλλο άνθρωπο γύρω τους γύρισε και τον κοίταξε απορημένος. 

Ο Κάντιαν μπορεί να μην το άκουσε αλλά ο Μπέρυ θα ορκίζονταν ότι το δάσος ολάκερο πίσω του τού φώναζε «καλό κατευόδιο»


ΤΕΛΟΣ

Για επιστροφή στο προηγούμενο μενού πατείστε εδώ